φαλακρότητα

φαλακρότητα
[-ης (-ητος)] η облысение; плешивость

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "φαλακρότητα" в других словарях:

  • φαλακρότητα — η / φαλακρότης, ητος, ΝΜΑ [φαλακρός] έλλειψη τριχών από την κεφαλή, φαλάκρα αρχ. 1. στιλπνότητα 2. μτφ. (για γη) έλλειψη βλάστησης …   Dictionary of Greek

  • φαλακρότητα — η 1. η έλλειψη τριχών από το κεφάλι, η φαλάκρα. 2. μτφ., αβλαστησία, γυμνότητα από φυτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαλακρότητα — φαλακρότης baldness on the crown fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατριχία — η 1. βιολ. έλλειψη τριχών από την επιδερμίδα 2. (για ανθρώπους) φαλακρότητα …   Dictionary of Greek

  • λειότητα — η (AM λειότης, ητος) [λείος] 1. το να είναι κάτι λείο, ομαλότητα επιφάνειας, σε αντιδιαστολή με την τραχύτητα («σπλάγχνων τε λειότητα», Αισχύλ.) 2. στιλπνότητα, γυαλάδα αρχ. 1. (για τη φωνή ή για την προφορά) καθαρότητα, γλυκύτητα, απαλότητα 2.… …   Dictionary of Greek

  • μαδαρότης — μαδαρότης, ητος, ἡ (Α) [μαδαρός] 1. η ιδιότητα τού μαδαρού, η φαλακρότητα 2. η πτώση τών τριχών τών βλεφάρων …   Dictionary of Greek

  • ψεδνότης — ητος, ἡ, Α [ψεδνός] (για πρόσ.) φαλακρότητα …   Dictionary of Greek

  • φαλάκρα — φαλάκρα, η και φαράκλα, η και καράφλα, η 1. έλλειψη τριχών από ολόκληρο το κεφάλι ή από μέρος του, φαλακρότητα, ατριχιά. 2. το τμήμα του κρανίου που έχει απομείνει γυμνό από τρίχες: Η φαλάκρα του γυαλίζει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»